Monday, December 17, 2007

The ring



- Το δαχτυλίδι να το κρατήσω;

- Εμένα, μπορείς να με κρατήσεις;

- ...

Sunday, November 25, 2007

Τρίλημμα


Νομίζω ότι περνάω την κρίση της μέσης ηλικίας λίγο πριν τα 30 μου. Ή μήπως είναι η κρίση των 30; Μα, δεν είμαι καν 30. Του χρόνου θα γίνω. Όπως και να ‘χει περνάω μια φάση που είναι βασανιστική. Είμαι έτοιμη να δώσω μια, να τα γκρεμίσω όλα και να αρχίσω από την αρχή. Νιώθω το αίμα πάλι να κυλάει στις φλέβες μου στην προοπτική της μετακόμισης. Της μετακίνησης. Της κίνησης. Επιτέλους λίγη κίνηση!

Έντεκα χρόνια μετά, πιάσαμε ταβάνι σε αυτή την πόλη. Τι άλλο να κάνεις; Τι άλλο σε κρατάει; Και τι σε διώχνει. Όλα αυτά ζυγίζεις. Α, και τι θέλεις. Κυρίως το τι θέλεις.

Τι σε κρατάει: Είσαι καλή στη δουλειά σου. Σε εμπιστεύονται και σε θέλουν, τα πας καλά, τα λεφτά που παίρνεις είναι ονειρεμένα.

Τι άλλο να κάνεις: Τίποτα. Να περιμένεις δέκα χρόνια να γίνεις προϊσταμένη/διευθύντρια. Το θέλεις αυτό; Όχι.

Τι σε διώχνει; Ο εαυτός σου. Οι προσωπικοί σου δαίμονες. Αυτά που δε μπορείς να αντιμετωπίσεις κατάματα. Η αλήθεια, που την είδες πρόσφατα γυμνή μπροστά σου και ήταν άσχημη και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από μια άσχημη γύμνια, που δεν είναι ερεθιστική ούτε καν προκλητική. Που είναι απωθητική.

Τι θέλεις; Να μη σκέφτεσαι. Να βρεις πάλι έναν στόχο, έναν προσανατολισμό. Να συνεχίσεις να έχεις στόχο, γιατί στην πορεία τον έχασες.


Ποιο είναι το πρόβλημα; Το ρίσκο. Δίνεις μια, τα διαλύεις όλα, ΟΛΑ. Αρχίζεις από την αρχή, από το μηδέν. Καλά, όχι από το μηδέν, από το +1. Αλλά είσαι στο +5 και μπορείς να φτάσεις στο +6 από εδώ που είσαι. Ποτέ όμως στο +10. Ξεκινάς λοιπόν πάλι από το +1, αλλά δίνεις στον εαυτό σου την προοπτική του +10, έστω του +9. Μπορεί να μην το φτάσεις ποτέ. Μπορεί να μη φτάσεις ποτέ ούτε στο +5 που είσαι τώρα. (λες;). Αλλά μπορεί και να φτάσεις.


Μήπως το βάζεις στα πόδια; Μήπως είναι καιρός; Και γιατί αυτό το κείμενο έχει τον τίτλο τρίλημμα;

Monday, November 19, 2007

Μα, τι Νοέμβριος!


Θυμάμαι εκείνο το βράδυ στα τέλη Αυγούστου. Καθόμουν στο πίσω κάθισμα ενός κόκκινου Peugeot 106, παλιού και γεμάτου άμμο. Δίπλα μου καθόταν η Ν., οδηγούσε η Ο., συνοδηγός ο Γ. Τα Χανιά ήταν πανέμορφα εκείνες τις μέρες, αλλά πάλι υποθέτω ότι τα Χανιά είναι πανέμορφα όλες τις μέρες, πολλώ δε μάλλον, τις τελευταίες του καλοκαιριού.

Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα τραγούδι που δεν ξέρω καθόλου ποιος είναι τίτλος του και ποιος το τραγουδάει αλλά οι στίχοι είναι κάπως έτσι: «Shes just sixteen years old, leave her alone, they say... ... but I want you to know, if I could fly, Id pick you up...», κλπ, κλπ. Δε θυμάμαι ποια από τις τρεις μας έριξε την ερώτηση, αλλά έπεσε σαν σπίρτο σε γκαζάκι: «Κορίτσια, θυμάστε τότε που ήμασταν 15, 16 χρονών που ήταν της μόδας κάτι μπαλάντες αυτού του στιλ και τις ακούγαμε αργά το βράδυ στα ραδιόφωνα και σκεφτόμασταν αυτόν που αγαπούσαμε; Και έγινε της κολάσεως. Αρχίσαμε να τραγουδάμε white snake, scorpions, roxette, take that, και τραγούδια «lady», «I just called to say I love you”, «I can’t live without you» και φυσικά, Air Supply: «I’m all out of love, I can’t live without you, I know you were right, believing for so long...» και «Lost in love and I don’t know much...». Τραγουδούσαμε δε, τόσο δυνατά, που καημένος ο Γ., ο ίδιος μόλις 16 χρονών, πρέπει να τρομοκρατήθηκε, γιατί αφού σταμάτησε να γελάει και άκουσε κανά δυό γαλλικά που δεν κατανοούσε τα μεγάλα τα κορίτσια, λούφαξε στο κάθισμά του και υπέμενε στωικά το μαρτύριο. Η βραδιά κατέληξε τόσο όμορφα, όσο είχε αρχίσει, όπως κάθε βράδυ εκείνα τα 24ωρα στην Κρήτη.

Το θυμήθηκα σήμερα, που άκουσα τυχαία ένα από αυτά τα τραγουδια και έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει for a change. Όχι ότι θέλω να είναι όλες μου οι μέρες έτσι. Τον "μάτιασα" όμως τον φετινό Νοέμβριο. Δεν εξηγείται αλλιώς. Βέβαια, μετά τις μπόρες έρχονται καλύτερες μέρες, καθαρές, χωρίς ίχνος σκόνης και φρέσκες, δροσερές, τέτοιες που κάνουν τα μάγουλα και τις μύτες να κοκκινίζουν και γεμίζουν τα πνευμόνια υγιή (ναι, υγιή θέλω να πω, όχι υγιεινό), κρύο αέρα. Αυτός ο Νοέμβριος όμως το παράκανε με τη βροχή. Κατέβασε λάσπη, παρέσυρε στάχτη.


Κι άντε τώρα να καθαρίσεις.

Monday, November 5, 2007

Τέλος Εποχής


Αγαπώ το Νοέμβριο.

Ξέρω ότι πάντα θα μου φέρει κάτι σημαντικό.

Φέτος μου έφερε κάτι που, αργά ή γρήγορα θα ερχόταν, το ήξερα.

Και, την Πέμπτη, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, θα γιορτάσω γενέθλια μόνη μου.

Thursday, November 1, 2007

November Rain



Καλό Νοέμβριο να έχουμε ;-)

nothing lasts forever

Tuesday, October 23, 2007

Τι έμαθα ένα απόγευμα στο γήπεδο.


Θα αρχίσω με την κατακλείδα (δικό μου είναι το κείμενο, ο,τι θέλω, κάνω): Όσο καλά κι αν νομίζουμε ότι γνωρίζουμε έναν άνθρωπο, όσα χρόνια κι αν είμαστε φίλοι/ ζευγάρι/ παντρεμένοι/ με 8 παιδιά, είναι μια πτυχή του χαρακτήρα του που δεν την ξέρουμε. Η πλευρά «φίλαθλος στο γήπεδο». Ένας άντρας, όταν πάει στο γήπεδο, είναι ένας άλλος άντρας. Σίγουρα πράγματα. Διαπιστωμένα, σας λέω!!! Πάμε τώρα:

Έμαθα για τα συνθήματα:

- ότι ένα σουξέ, διανθισμένο με ευφάνταστους στίχους μπορεί να μετατραπεί σε πρώτης τάξεως σύνθημα

- Τα τύμπανα του πολέμου κρούει τόπλες εκπαιδευμένος φίλαθλος με κασκόλ της ομάδας. Γύρω του, δεκάδες οπαδοί γυμνάζουν τρικέφαλο με επαναλαμβανόμενη κίνηση λυγίζω – τεντώνω γόνατα (θυμήσου την άσκηση για hips, στο αερόμπικ, αλλά με κλειστά πόδια).

- Οι στίχοι των jingles συνθημάτων περιλαμβάνουν συγκεκριμένες λέξεις – κλειδιά και αναφέρονται κυρίως στα γεννητικά όργανα, α. Φιλάθλων άλλων ομάδων, β. Των στενών και μακρινών συγγενών τους καθώς επίσης σε σεξουαλικές πράξεις, κατά προτίμηση παρά φύσει ή στοματικές που πράττουν οι ίδιοι στους φιλάθλους της αντίπαλης ομάδας ή στους συγγενείς τους. (... «και της μαμά σας το μ****», κ.ο.κ.).

- Οι κερκίδες ενίοτε κάνουν διάλογο μεταξύ τους – επίσης ευφάνταστο: - Ποιος γ****ται; και ακολουθεί απάντηση αυτονόητη.

- Μπορεί ο αγώνας να αφορά δύο ομάδες, αλλά οι φίλαθλοι δεν αφήνουν κανέναν παραπονεμένο: Αφιερώνουν συνθήματα και στους οπαδούς των υπολοίπων ομάδων προκαταβολικά και κάνουν και πρόβα έτσι για τους άλλους αγώνες. (Γίνεται πάντα μίνι αφιέρωμα στις ομάδες της Αθήνας και ιδιαίτερα του Πειραιά).

- Ρωτώντας έμαθα ότι υπάρχει επιτροπή (συνθέτης, στιχουργός και τύμπανο) οι οποίοι συνεδριάζουν τακτικά και μελετούν τα συνθήματα των αντιπάλων ενώ συνθέτουν τα δικά τους κομμάτια.

- Κατά περίπτωση καταφέρονται εναντίον συγκεκριμένων παικτών, ο οποίος θα πρέπει να ασφαλίσει τους συγγενείς του, σε περίπτωση που πιάνει έστω και το 1% αυτών που τους εύχεται η κερκίδα. Αυτό μπορεί να αφορά και παίκτη της ομάδας που υποστηρίζουν.

Για τα λοιπά:

- Πολλοί άντρες φαίνονται κανονικοί άνθρωποι, αλλά δεν είναι. Όταν αρχίζει ο αγώνας, κάτι παθαίνουν, γυαλίζει το μάτι τους και αλλάζει το λεξιλόγιό τους, το οποίο συναγωνίζεται εκείνο της κερκίδας.

- Όπου κι αν κάθεσαι, όσο προσεκτικά κι αν το έχεις σχεδιάσει, πάντα θα βρεθεί κάποιος δίπλα σου, πάνω από το σβέρκο σου, που θα ξεφωνίζει μέσα στο αφτί σου και θα έχει εμμονή με συγκεκριμένο παίκτη. Εγώ για παράδειγμα άκουγα επί 90 λεπτά στη διαπασών: (όνομα παίκτη) της μαμάκας σου, (όνομα παίκτη) η μανούλα σου γ*******. Χρήζει ψυχιάτρου η συμπεριφορά, δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο.

- Οι ποδοσφαιριστές είναι άσχημοι άντρες, Το λέω μετά λόγου γνώσεως, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν βλέπονται. Καλοί οι κοιλιακοί, αλλά, καλό μου, πώς είσαι έτσι; Επαναλαμβάνω, υπάρχουν εξαιρέσεις. Αν είσαι τυχερή, οι εξαιρέσεις αλλάζουν μπλούζα μπροστά στα μάτια σου.


Όλα αυτά τα έμαθα την Κυριακή, όταν πήρα τον καλομαθημένο πισινό μου και πήγα στο Χαριλάου. Από τα δερμάτινα καθισματάκια στις σουίτες, όλα φάνταζαν ονειρεμένα. Καφεδάκια, μπουφές, καλή θέα στο γήπεδο, τηλεόραση για να βλέπεις τις φάσεις, βόλτα στα δημοσιογραφικά, χαβαλές, κόσμος που δεν φαινόταν σα να κατέβηκε από τον πλανήτη Άρη (όχι τον κόκκινο, τον κιτρινόμαυρο). Και μετά άρχισε ο αγώνας...

Θα μπορούσα να γράφω επί ώρες. Προς το παρόν έχω να δηλώσω:

Εξακολουθώ να μην ξέρω τι είναι το οφ σάιντ.

Friday, October 19, 2007

Λές;




Λες: Ώρες ώρες απορώ τι δουλειά έχουμε μαζί εμείς οι δύο. Δεν έχουμε τίποτα κοινό!


Λέω: ... λές;

Σε κοιτάζω

Thursday, October 11, 2007

Reunion



Αρχές του 2000, φοιτήτρια ούσα, έπιασα την πρώτη μου δουλειά. Βαριόμουν τη φοιτητική ζωή, δε μου άρεσε τότε, δεν την αναπολώ σήμερα. Είχα μοιράσει το φτωχό μου βιογραφικό στις επιχειρήσεις τις σχετικές με το αντικείμενο που είχα επιλέξει να σπουδάσω και δεν περίμενα τίποτα. Ήταν μεγάλη έκπληξη όταν με ειδοποίησαν από την πρώτη και καλύτερη επιλογή μου, ότι θα με δεχτούν και πολύ περισσότερο, όχι για πρακτική, αλλά με μικρό μισθό. Ήμουν τυχερή γιατί άρχιζε τότε μια προσπάθεια της επιχείρησης να προσεγγίσει νεανικό κοινό μέσα από φρέσκες ιδέες και φρέσκους ανθρώπους. Σε εκείνη την εταιρία, έμεινα συνολικά τέσσερα χρόνια ενώ παράλληλα ελίχθηκα σε άλλες.

Στα τέσσερα εκείνα χρόνια μέσα στο γραφείο γράφτηκαν πολλές ιστορίες. Δέκα νέοι άνθρωποι, στο ξεκίνημά τους, έχουμε μέχρι σήμερα και για πάντα, έναν κοινό παρονομαστή. Ένα τμήμα της επαγγελματικής και προσωπικής μας ιστορίας, γράφτηκε μέσα σε εκείνους τους τοίχους, με σκηνικό και σημείο αναφοράς αυτόν το χώρο. Ιστορίες ανταγωνισμού, φιλίας, βαθιάς φιλίας, έρωτα, μεγάλου έρωτα, αγάπης, ζήλιας, απώλειας, μίσους. Δημιουργήθηκαν σχέσεις, γράφτηκαν χωρισμοί, γάμοι, παιδιά για ορισμένους, μεταγραφές, απολύσεις, παράνομοι έρωτες, κόντρες. Αν είχαν ψυχή οι τοίχοι αυτού του γραφείου θα μπορούσαν να γράψουν ένα περιεκτικό βιβλίο για τις ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη κι ένα –πολύ ενδιαφέρον- σήριαλ.

Ο πυρήνας εκείνης της ομάδας διαλύθηκε προς το τέλος του 2003 και λίγο αργότερα. Οι περισσότεροι κάναμε το επόμενο επαγγελματικό βήμα σταθερά μπροστά, άλλοι εγκατέλειψαν το επάγγελμα, άλλοι την πόλη.

Πριν από λίγες ημέρες επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη μετά από ένα διαζύγιο, ένα μέλος εκείνης της παρέας, που ήταν τότε και η ψυχή της. Και οργάνωσε μια επανασύνδεση. Βρεθήκαμε, μόνο οι γυναίκες της παρέας (που ήμασταν και πλειοψηφία) σκαστές οι περισσότερες από τη δουλειά, με την ψυχή στο στόμα, στο roof garden του Electra Palace. Και παρατήρησα για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν στο reunion του σχολείου, όπου ήταν και πιο χαρακτηριστικό) ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, ο,τι κι αν έχει συμβεί στη ζωή τους, το είναι τους παραμένει το ίδιο. Άλλες παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, πήραν διαζύγιο, εξελίχθηκαν επαγγελματικά άλλες όχι. Όταν όμως βρισκόμαστε οι ίδιοι άνθρωποι μεταξύ μας, ο καθένας παίρνει τη θέση που είχε τότε: Η ψυχή της παρέας, η σνομπ, η χαζούλα, η χαμογελαστή, η πολυλογού, η «έξυπνη», η ήσυχη κ.ο.κ. Τελικά, το ποιοι είμαστε είναι –και – θέμα αλληλεπίδρασης. Και, ναι. Οι αλλαγές στο περιβάλλον μας, επιβάλλουν πολλές φορές αλλαγές και στους ανθρώπους μας. Ακόμη και αντικαταστάσεις. Όχι σε όλους. Σε ορισμένους όμως σίγουρα.

Δεν αναπολώ. Απλώς θυμάμαι.

Monday, October 8, 2007

Τί έμαθα την εβδομάδα που πέρασε


... μεταξύ πλατείας ΧΑΝΘ και Αριστοτέλους:


- Είναι πια κανόνας: Βρέχει μόνο όταν φοράω άσπρο παντελόνι!

- New entry μπαράκι χαμηλά στην Παύλου Μελά (με θέα Λευκό Πύργο) και υπό την επωνυμία london (ναι, με μικρό) κάτι. Μουσική που ξεφεύγει από τις νυχτερινές playlistis, ενδιαφέρουσες φατσούλες μεταξύ του προσωπικού και των θαμώνων, καθαρά ποτά (ελπίζω όχι μόνο στα εγκαίνια).

- Το πρωί, ως τις εννιά, στο κέντρο έχει άφθονες θέσεις πάρκινγκ. Προλάβετε!

- Τα βραδάκια το μαύρο φοριέται πολύ – και μου αρέσει!

- Το επαλήθευσα: Ορισμένοι άνθρωποι το θέλουν το φτύσιμο τους για να στρώσουν χαρακτήρα (και δε μιλάω για γκόμενους).

- Δεν έχει καλύτερο από έναν καφέ (έστω βιαστικό) για catching up με φίλη στο Ciel, στην Αριστοτέλους υπό λιακάδα. Παίζει και φρέσκο παγωτό. (Ναι, για σένα λέω).

- Αν παρκάρεις στην Αλεξάνδρου Σβώλου και πας μετά τα μεσάνυχτα να πάρεις το αυτοκίνητό σου και να πας σπίτι σου, οπλίσου με υπομονή: Κατά κανόνα σε κλείνουν και δεν αφήνουν τηλέφωνο, την ώρα που διασκεδάζουν σε παρακείμενα μπαράκια. Συμβουλή: πιες ένα ποτό με τους αγνώστους που σου το προτείνουν, να πάνε τα φαρμάκια κάτω – και να μην το κάνεις το φονικό.

- Το ρολόι – κήπος στην Αριστοτέλους δείχνει σωστά την ώρα (φωτό).

- Και η άχρηστη πληροφορία της εβδομάδας (και εκτός γεωγραφικού περιορισμού): Το ΑΤΜ της Πειραιώς (Τσιμισκή με Δραγούμη) κάθε μεσημέρι στις 12 συντηρείται για ένα εικοσάλεπτο.

Sunday, September 30, 2007

Breeze of change


Είναι κάτι μέρες τώρα. Το στομάχι μου κόμπος, δεν κατεβαίνει τίποτα. Το μυαλό (ΚΑΙ το μυαλό) μου τρέχει σε δρόμους που, γαμώ, κόντευαν να κλείσουν από την αχρησία και τη σκόνη. Είμαι θυμωμένη με την πάρτη μου. Πολύ. Αλλά τη γουστάρω αυτή την –απρόσμενη – αλλαγή που ήρθε σα σφαλιάρα. Από το πουθενά. Με ξυπνάει. Κρατά το μυαλό μου σε εγρήγορση και τα μάγουλά μου κόκκινα… Για να δούμε…

Τελικά μια αλλαγή (άλλη αυτή) φέτος, την καταφέραμε. Αλλάζω δουλειά. Από αύριο αλλάζω –πρωινό – εργασιακό περιβάλλον, και δε δίνω δ ε κ ά ρ α. Είμαι τόσο self confident που δεν παίζει να μην τα καταφέρω, να μην επιβάλλω την παρουσία και τη δουλειά μου ΚΑΙ εκεί μέσα. Τέρμα ψωνισμένη; Παίζει… Τέρμα αδιάφορη; Κι αυτό. Πρώτος Σεπτέμβριος που δε με νοιάζει τόσο η δουλειά, έχουν γίνει τόσο εύκολα όλα.

Προβληματισμός: Αυτόν τον μαραθώνιο της δουλειάς γιατί τον ακολουθώ με τόση προσήλωση; Τι είναι αυτό που δεν αντιμετωπίζω face to face; Γιατί προσθέτω ολοένα και περισσότερες ώρες γαμημένης δουλειάς σε αυτό το εικοσιτετράωρο; Την αγαπώ αυτή τη δουλειά, την επέλεξα και τη γουστάρω, αλλά τόσο; Πιο πολύ κι από ‘μένα; Που θα πάει αυτό; Ή… που ΔΕΝ θα πάει; Τι θέλω από αυτή τη δουλειά; Ως πού φτάνει η φιλοδοξία μου; Υπάρχει καν; Ποιος είναι ο στόχος; Για τι, για π ο ι ο ν, θα ελευθέρωνα λίγο/ πολύ από το χρόνο μου; Πόσο είναι διατεθειμένη να ρισκάρω; Θα ακολουθούσα το δρόμο που θέλει στην Αθήνα όσους θέλουν να κάνουν κάτι περισσότερο (καλύτερο;); Είμαι έτοιμη γι’ αυτό; Ποια είναι η ερώτηση που φοβάμαι να ρωτήσω; Και τι θα γίνει μ’ αυτόν τον κόμπο στο στομάχι? Γαμώ, γαμώ, γαμώ!

I ‘m not making any sense, am I ? Sorry ‘bout that.

Μ' αυτά και μ' αυτά αποχαιρετώ τον Σεπτέμβριο - και υποδέχομαι το μήνα πριν το Νοέμβριο. Καλό μήνα!

Friday, September 28, 2007

Night Walk


Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, χθες, πήρα το δρόμο περπατώντας από τη ΧΑΝΘ, προς την πλατεία Αγίας Σοφίας. Η Πέμπτη βράδυ σε αυτή την πόλη είναι η καλύτερη night out και η χθεσινή, πρέπει να ήταν μια από τις καλύτερες Πέμπτες της χρονιάς. Ο κόσμος ήταν παντού, είχε τόση κίνηση στα πεζοδρόμια, που κοίταξα τον ουρανό για να βεβαιωθώ ότι είναι νύχτα. Μια παρέα πίσω μου, εκεί μπροστά στο Cardhu στη Λέσχη Αξιωματικών, μιλούσε για την εξεταστική. Μια στροφή μετά, στην Παύλου Μελά, μια άλλη παρέα, από τέσσερις κυρίες άνω των εξήντα, καθώς περπατούσαν, είχε τον εξής διάλογο: «Δεν αντέχουν πια. Τον λεω, έλα χρυσέ μου, τίποτα αυτός», -«Ναι, ναι. Αλλά δεν είναι όλοι έτσι, είναι κάτι εβδομηντάρηδες, πολύ κοτσονάτοι», - «Ε, στον άνθρωπο είναι αυτά, ο δικός μου είναι νέος, δύο χρόνια μεγαλύτερος από εμένα και δεν έχει όρεξη για τίποτα...»... Δεν κατάφερα να κρατήσω ένα χαμόγελο.
Έπιασα το κινητό. Η Ο. διακοπεύει στα Παρίσια, η Κ. φιλοξενεί τους γονείς της, ο Κ... ο Κ! Τηλέφωνο... στην άλλη άκρη, μουσική. Bingo! «Έλα Κωστή, που γυρνάς; ... έρχομαι από εκεί»! Η Παύλου Μελά, η Ικτίνου και η Ζεύξιδος, αδιαπέραστες! Ρυθμός παντού. Γοητευτική και ερωτεύσιμη βραδιά. Έβαλα φρένο στο πρώτο ποτό και πήρα το δρόμο για το αυτοκίνητο. Αλεξάνδρου Σβώλου, με κλείνει ένα ασημί Toyota. Τι διάολο, σημάδι με έχουν βάλει; Στη ίδια θέση προχθές, με απεγκλώβισε γερανός.. τουλάχιστον αυτός έχει αφήσει κινητό...

Φεύγοντας ανοίγω τα παράθυρα και ρουφάω νυχτερινό αέρα. Ωραία ρε γαμώτο... καθώς οδηγώ, ακούω:


"Περπάτησα στους δρόμους σου καιρό, απόψε λεω να μη βγω, θα ονειρευτώ πως ταξιδεύω ένα πρωί, κι είσαι μαζί μου"...
Παύλος Παυλίδης, Δαίμονες

Wednesday, September 26, 2007

Damn



Damn I wish I was your lover

I'd rock you till the daylight comes

Make sure you are smiling and warm

I am everything

Tonight I'll be your mother

I'll do such things to ease your pain

free your mind and you won't feel ashamed

Shucks for me there is no other

You're the only shoe that fits

I can't imagine I'll grow out of it

Open up gonna come inside

Gonna fill you up

Make you cry


"Damn, I wish I was your lover",
Sophie B. Hawkins
Ένα κόλλημα που έχω φάει με αυτό το κομμάτι...

Monday, September 24, 2007

Αποσπάσματα (Ι) - Το Αηδόνι και το Τριαντάφυλλο


... «Κι όταν το φεγγάρι έλαμψε στον ουρανό, το αηδόνι πέταξε στην τριανταφυλλιά κι σκούμπησε το στήθος του πάνω στο αγκάθι. Όλη νύχτα τραγουδούσε με το στήθος του πάνω στο αγκάθι, και το παγερό κρυστάλλινο φεγγάρι έσκυψε κι άκουγε. Όλη νύχτα τραγουδούσε και το αγκάθι έμπαινε ολοένα και πιο βαθιά στο στήθος του, και το αίμα της ζωής του άδειαζε από μέσα του.
Τραγούδησε πρώτα για τη γέννηση του έρωτα στην καρδιά ενός αγοριού κι ενός κοριτσιού. Και στο πιο ψηλό κλωνί της τριανταφυλλιάς άνθισε ένα υπέροχο τριαντάφυλλο, το ένα πέταλο μετά το άλλο, καθώς το ένα τραγούδι διαδεχόταν το άλλο. Ωχρό στην αρχή, σαν την ομίχλη που πλανιέται πάνω απ’ το ποτάμι – ωχρό σαν τα πόδια του πρωινού και ασημένιο σαν τις φτερούγες της αυγής. Σαν τη σκιά ενός τριαντάφυλλου σε μια λιμνούλα, έτσι ήταν και το τριαντάφυλλο που άνθισε στο πιο ψηλό κλωνί της τριανταφυλλιάς.
Αλλά η τριανταφυλλιά φώναξε στο αηδόνι να πιέσει κι άλλο το αγκάθι. «Πίεσέ το κι άλλο, μικρό αηδονάκι», φώναξε η τριανταφυλλιά, αλλιώς θα ξημερώσει πριν τελειώσει το τριαντάφυλλο».
Τότε το αηδόνι πίεσε κι άλλο το αγκάθι κι ολοένα και πιο δυνατό γινόταν το τραγούδι του, γιατί τραγουδούσε για τη γέννηση του πάθους στην ψυχή ενός άντρα και μιας κόρης.
Κι ένα απαλό ρόδισμα έβαψε τα φύλλα του τριαντάφυλλου, σαν το ρόδισμα στο πρόσωπο του γαμπρού, όταν φιλάει τα χείλη της νύφης. Μα το αγκάθι δεν είχε φτάσει ακόμη στην καρδιά του, κι έτσι η καρδιά του τριαντάφυλλου έμενε λευκή, γιατί μόνον το αίμα της καρδιάς ενός αηδονιού μπορεί να βάψει κόκκινη την καρδιά ενός τριαντάφυλλου.
Κι η τριανταφυλλιά φώναξε στο αηδόνι να πιέσει κι άλλο το αγκάθι, και το αγκάθι άγγιξε την καρδιά του ένα άγριο σκίρτημα πόνου το διαπέρασε. Πικρός, πικρός ήταν ο πόνος, και παράφορο, όλο και πιο παράφορο γινόταν το τραγούδι του, γιατί τραγουδούσε για τον έρωτα που γίνεται τέλειος με το θάνατο, για τον έρωτα που δεν πεθαίνει στον τάφο.
Και το υπέροχο τριαντάφυλλο έγινε κόκκινο, σαν το τριαντάφυλλο του ουρανού της ανατολής. Κόκκινα ήταν τα πέταλα, και κόκκινη σα ρουμπίνι ήταν η καρδιά.
Αλλά η φωνή του αηδονιού έσβηνε και χανόταν, και οι μικρές του φτερούγες άρχισαν να χτυπούν κι ένα πέπλο σκέπασε τα μάτια του. Όλο κι έσβηνε το τραγούδι του, κι ένιωθε κάτι να το πνίγει στο λαιμό του.
Κι έπειτα, ξέσπασε σ’ ένα τελευταίο τραγούδι. Το λευκό φεγγάρι το άκουσε, ξέχασε το χάραμα και ξέμεινε στον ουρανό. Το κόκκινο τριαντάφυλλο το άκουσε κι άρχισε να τρέμει ολόκληρο από την έκσταση, κι άνοιξε τα πέταλά του στον ψυχρό πρωινό ουρανό. Η ηχώ το μετέφερε στη μαβιά σπηλιά της στους λόφους και ξύπνησε τους κοιμισμένους βοσκούς από τα όνειρά τους. Μέσα από τις καλαμιές του ποταμού πέρασε κι αυτές μετέφεραν στη θάλασσα το μήνυμά του.
«Κοιτά, κοίτα!», φώναξε η τριανταφυλλιά, «το τριαντάφυλλλο τελείωσε τώρα». Μα το αηδόνι δεν απάντησε, γιατί κοιτόταν νεκρό στο χορτάρι με το αγκάθι στην καρδιά του»...

Oscar Wilde
Μετάφραση: Ρένα Χατχουτ
για τις εκδόσεις γράμματα

Tuesday, September 18, 2007

Word shot



- «Είσαι αφελής!», φώναζε δυνατά μέσα στην κοιμισμένη νύχτα. «Όχι... όχι, δεν είσαι αφελής. Υποκρίνεσαι την ανήξερη και την αθώα, αλλά δεν είσαι! Είσαι... είσαι αυτάρεσκη και εγωίστρια, αυτό είσαι! Μα... μα, τί είσαι... ποια είσαι επιτέλους;» έσπασε η φωνή του.
Με δακρυσμένα μάτια γύρισε την πλάτη της και άρχισε να περπατάει αργά προς την έξοδο. Μέσα της μετρούσε... «ένα, ...δύο ...τρία, ...τέσσερα...»
- Μωρό μου δεν τα πιστεύω αυτά που λέω... γύρισε πίσω σε παρακαλώ»... ψιθύρισε. «Πώς μπόρεσα να σκεφτώ κάτι τέτοιο για ‘σένα; Θα με συγχωρέσεις; Συγχώρεσέ με... τι θα έκανα χωρίς εσένα;»
Κοντοστάθηκε. Με την πλάτη της ακόμη γυρισμένη, χαμογέλασε. Έσβησε με μιας το χαμόγελο και με τα δάκρυα ακόμη στα μάτια, γύρισε προς το μέρος του. Καθώς έπεφτε στην αγκαλιά του, ένιωσε ένα τσίμπημα ενοχής. Της πέρασε αμέσως.


(λέξεις 131)


Monday, September 17, 2007

Οι φυλές της νύχτας IV – η τραγουδίστρια


Η Λίλια έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Αυτή η στιλίστρια ήταν βαλμένη να την καταστρέψει. Ήταν φόρεμα αυτό; Ήταν εμφάνιση αξιοπρεπούς ερμηνεύτριας της περιοχής αεροδρομίου; Το ντεκολτέ ήταν πολύ συντηρητικό και, αυτό το ως το γόνατο, που το είχε δει; Για βουλευτής θα κατέβαινε; «Αυτά αργότερα, άσε να γίνω πρώτο όνομα πρώτα…», φόρεσε ένα στραβό χαμόγελο. Απόψε της είπαν ότι πρώτο τραπέζι πίστα είχε κλείσει μια δισκογραφική και όχι όποια κι όποια… βέβαια δεν έρχονταν για εκείνη αλλά για τον Χρήστο, όμως έκαναν ντουέτο μαζί και ποτέ δεν ξέρεις πότε σου χαμογελά η τύχη. Τουλάχιστον είχαν πετύχει τα μαλλιά της, σκούρο ξανθό με πλατινέ ανταύγειες και εξτένσιονς που έδειχναν τελείως φυσικά. Κι αυτά, και το ολοκαίνουργιο στήθος της. Κορδώθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Πραγματικά, πολύ πετυχημένο. Δευτερόλεπτα αργότερα χτύπησε η πόρτα. «Λίτσα, σε ένα δεκάλεπτο βγαίνεις, τέλειωνε με τα φτιασίδια, δίαιτα θέλεις, όχι μακιγιάζ». – «Τελείωσα, περιμένω να με φωνάξουν», απάντησε. «Και με λένε Λίλιαν, σιχαμένε. Κάποτε θα με παρακαλάει να τραγουδήσω στο βρωμομάγαζό του», μουρμούρισε. Ας όψεται που ο διπλανός δεν πλήρωνε καλά, χώρια που της είχε ζητήσει άλλου είδους… «ανταλλάγματα». Καθώς τραγουδούσε την τελευταία επιτυχία της Χρύσπας, κοίταξε το πρώτο τραπέζι. Τίποτα ακόμα… ο μαέστρος την είχε βάλει στο πρόγραμμα σε πολύ καλή ώρα, γύρω στη μία που ο κόσμος ήταν ακόμα ζεστός και της είχε δώσει και καλά τραγουδάκια, κεφάτα, που ταίριαζαν και στη φωνή της. Σίγουρα τη γούσταρε, αλλά, ευτυχώς ήταν παντρεμένος με την άλλη τραγουδίστρια του μαγαζιού, που έβγαινε πρώτη γιατί δεν είχε φιλοδοξίες και ήθελε να τελειώνει, να πάει για ύπνο. Ήταν και μεγάλη, είχε κλείσει τα 34. Πού καιρός για καριέρες. Και για εκείνη το ρολόι χτυπούσε…είχε κλείσει τα 26 και κάλπαζε για τα 27. Είχε άλλα δύο, άντε τρία χρόνια μπροστά της. Τι τυχερές που είναι μερικές. Δηλαδή, τι περισσότερο έχει η Αποστολία Ζώη και η Χρύσπα; Τίποτα! Απλώς βρέθηκαν στο σωστό μέρος, το σωστό χρόνο.

Στα δεξιά της πίστας καθόταν ο αιώνιος θαυμαστής της. Όλες οι τραγουδίστριες έχουν από έναν ή δύο. Άντρες που έρχονταν στο μαγαζί μόνο για εκείνες, ερωτευμένοι που στέλνουν τους δίσκους με τα γαρύφαλλα το ένα μετά το άλλο. Το μυστικό ήταν να μην τους κάτσεις ποτέ. Έτσι τους έχεις για πάντα και κάνεις και τη μόστρα σου στο αφεντικό. Άσε που συνήθως είναι παντρεμένοι και δεν έχουν τόσα λεφτά όσα θέλουν να δείξουν ότι έχουν.

Στο πρώτο τραπέζι εκείνη τη νύχτα δεν κάθισε κανείς. Έπεσε για ύπνο με το πρώτο φως της μέρας και ρύθμισε το ξυπνητήρι στις δύο, να προλάβει πριν την πρόβα, να πάει στο γυμναστήριο και στην αγορά…

Wednesday, September 12, 2007

Αναρωτιέμαι...



Είναι καλύτερα να μην ξέρεις τί θέλεις


... ή να ξέρεις ότι αυτό που θέλεις δεν θα το αποκτήσεις ποτέ;


(Ο πίνακας λέγεται "Desire of the wicked rose". Δεν ξέρω ποιος τον ζωγράφισε αλλά μου άρεσε ο τίτλος - και το ροζ).

Tuesday, September 11, 2007

Πρωτάκι


Εντάξει, δεν ήμουν ακριβώς πρωτάκι. Ήταν η πρώτη μου ημέρα στη Δευτέρα Δημοτικού σε ένα σχολείο στην Καλαμαριά. Ήταν όμως η πρώτη φορά που θα πήγαινα σε ελληνικό σχολείο, με ο,τι ελληνικά είχα μάθει να μιλάω κουτσά – στραβά μέσα στους δύο μήνες που ήμασταν στην Ελλάδα. Δεν έχω ξεχάσει εκείνη την ημέρα, ούτε εκείνη τη χρονιά. Ξεκινήσαμε να πάμε μαζί με ένα κοριτσάκι που είχα γνωρίσει στη γειτονιά, την Κατερίνα, και τη μαμά της, γιατί η δική μου δούλευε. Αισθανόμουν ότι η τσάντα μου ήταν παράταιρη, ότι εγώ δεν ταίριαζα εκεί, ότι όλα τα μάτια ήταν στραμμένα με κοροϊδία επάνω μου. Προσευχή (τι είναι αυτό;), και μετά στην αίθουσα. Kαταλάβαινα ελάχιστα.

Η δασκάλα μου είναι πολύ τυχερή που δεν θυμάμαι την όψη και το όνομά της, γιατί αν την έβρισκα πουθενά σήμερα, θα τη βασάνιζα με κινέζικες μεθόδους. Επίτηδες η τσούλα μου έκανε ενώπιον όλων ερωτήσεις που δε μπορούσα να απαντήσω. Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι δάσκαλοι μάλλον επιτρεπόταν να σηκώνουν χέρι στους μαθητές, γιατί η ρουφιάνα με είχε τρελάνει στο χαστούκι (πάντως όχι μόνο εμένα). Ο πατέρας μου (τώρα που το σκέφτομαι ήταν μόλις 31 χρονών τότε), είχε παραπονεθεί στη διεύθυνση του σχολείου, αλλά η διαφορά ήταν ότι το μένος της Κρουέλα ήταν ορμητικότερο εναντίον μου. Η μαμά μου δεν πήγαινε γιατί εκείνη μιλούσε λιγότερα ελληνικά από εμένα.

Για ορισμένους μήνες πήγαινα κάθε μέρα σπίτι κλαίγοντας, ώσπου έπεσε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Είχα ζητήσει να βγω από την τάξη για να πάω στην τουαλέτα και οι τουαλέτες ήταν έξω από το άθλιο κυρίως κτίριο του συγκροτήματος. Επιστρέφοντας, βρήκα την πόρτα του σχολείου κλειστή. Μέσα από τα τζάμια, έβλεπα την καθαρίστρια (που είχε την ευθύνη και του κυλικείου) και χτυπούσα το τζάμι να μου ανοίξει, αλλά εκείνη έκανε ότι δε με έβλεπε. Καθώς η αίθουσα της τάξης μου ήταν στο ισόγειο, προσπάθησα να ειδοποιήσω τη δασκάλα από το παράθυρο. Γύρισε το κεφάλι της, με κοίταξε και δε μου έδωσε την παραμικρή σημασία. Δεν ξέρω πόση ώρα πλάνταζα στο κλάμα μόνη μου, στο προαύλιο, ώσπου η δασκάλα μιας άλλης τάξης με είδε και βγήκε από την αίθουσα. Της περιέγραψα ανάμεσα σε λυγμούς, με τα σπαστά ελληνικά μου, όλα αυτά που μου συνέβαιναν. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μέσα σε ένα μήνα η δασκάλα – πόρνη άλλαξε σχολείο και η καθαρίστρια αντικαταστάθηκε. Η δασκάλα που αντικατέστησε τη Μάτζικα, η κ. Βούλα, ήταν νέα, όμορφη και καλή. Την επόμενη χρονιά άλλαξα σχολείο και συμμαθητές και όλα ήταν καλύτερα. Κι όλα ήταν όμορφα.

Monday, September 10, 2007

Μέρα - Λέρα




Καταλαβαίνεις ότι η μέρα σου θα πάρει το στραβό το δρόμο όταν:

1. Το υποσυνείδητο ξυπνητήρι σου έχει χαλάσει και σε ξυπνάει λίγη ώρα πριν αρχίσει η πρωινή σύσκεψη.
2. Στο γραμματοκιβώτιό σου βρίσκεις το εκκαθαριστικό της εφορίας το οποίο σε καλεί να πληρώσεις ένα αξιοσέβαστο ποσό
3. Στη Θεσσαλονίκη είναι σε εξέλιξη η Διεθνής Έκθεση, που σημαίνει μποτιλιάρισμα, στηθάγχη, έμφραγμα, εγκεφαλικό.
4. Ανοίγεις το ραδιόφωνο και πετυχαίνεις Him και το μέγα σουξέ Baby join me in death.
5. Δε βρίσκεις να παρκάρεις και αφήνεις το αυτοκίνητο σε ιδιωτικό πάρκινγκ που λόγω Έκθεσης ρουφά το μεδούλι των τίμιων εργαζόμενων.
6. Ο προϊστάμενός σου μάλλον έπαθε τα ίδια (1,2) αλλά εκείνος έχει τη δυνατότητα να ξεσπάσει (επάνω σου) και, φυσικά την αξιοποιεί.
7. Νομίζεις ότι στη δεύτερη δουλειά σου είχες ρεπό αλλά... νομίζεις. Δουλεύεις και μάλιστα πας να χτυπήσεις μεταμεσονύκτιες υπερωρίες.
8. Ο προπολεμικός υπολογιστής στο γραφείο σου δεν μπορεί να σηκώσει τα 65 νέα μηνύματα στο gmail και κολλάει λεπτό παρά λεπτό.
9. Κοιτάζεις έξω από το παράθυρο και συνειδητοποιείς ότι το φθινόπωρο είναι εδώ για να μείνει. Δηλαδή ξέχνας τα μπανάκια που είχες κανονίσει για το Σ/Κ.
10.Είναι Δευτέρα. Μήπως να έγραφα μόνο αυτό;

Friday, September 7, 2007

if you die, you said, so do I, you said



Συνάντησα έναν φίλο σήμερα, τυχαία, στην Καρόλου Ντηλ. Με είδε από μακριά, χαμογέλασε, χαμογέλασα κι εγώ. “Είσαι ίδια όπως πριν από επτά χρόνια. Με τα χέρια σου γεμάτα, καφέ, κινητά, κλειδιά, ποτέ δεν έχεις ένα χέρι ελεύθερο να κάνεις μια χειραψία!”, με πείραξε. Με φίλησε στο μάγουλο, μόνο στο ένα, στ΄αλήθεια, όχι στον αέρα. Τον κοίταξα καλύτερα. “Εσύ έχεις αλλάξει”, του είπα, (προς το καλύτερο), σκέφτηκα. “Πώς τα καταφέρνεις και φαίνεσαι τόσο ήρεμος;” τον ρώτησα μιας και είναι συνάδελφος και δεν γνωρίζω κανέναν συνάδελφό μου με ήρεμο βλέμμα. Παρατήρησα κρυφά το πρόσωπό του. Με εξαίρεση μια- δυο ρυτίδες στα μάτια (που στους άντρες δεν πιάνονται για κακό γιατί είναι γοητεία), ήταν τόσο γνήσια γαλήνιος και φρέσκος που, αν δεν ήξερα ότι συνεχίζει στην ίδια δουλειά θα έβαζα στοίχημα ότι τα παράτησε και έγινε κτηνοτρόφος σε απομονωμένο χωριό των Τρικάλων. Νοίκιασε, μου είπε, ένα σπίτι σε μια ήσυχη περιοχή και μένει με την κοπέλα του, έχει και σοφίτα το σπίτι, και τζάκι. “Έχω διαχωρίσει”, απάντησε, “τη δουλειά μου από τη ζωή μου. Πριν από ενάμιση χρόνο, είδα το πρόσωπό μου ένα πρωί στον καθρέφτη και συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι η δουλειά μου. Άρχισα γυμναστήριο, βρήκα χρόνο για τον εαυτό μου και για τους ανθρώπους που αγαπώ. Δε θα τρελαθώ για κανέναν. Ε, λοιπόν από τότε, η δουλειά πηγαίνει από το καλό προς το καλύτερο. Εσύ;”. Μου ήρθε να βάλω τα κλάμματα. Καθώς μιλούσα, έβλεπα απέναντί μου έναν άνθρωπο άλλο από εκείνον που ήξερα, καλύτερο. Μήπως τελικά αλλάζουν οι άνθρωποι; “Βρες κάποιον που θα σε ηρεμεί. Που θα τον παίρνεις τηλέφωνο, τρελαμένη, θα σου μιλά και θα σε παίρνει αλλού, μακριά, εκεί που είναι η αληθινή ζωή σου”, είπε. “Πότε θα παντρευτείς;”, με ρώτησε. – "Μάλλον ποτέ, έτσι όπως πάω", γέλασα, “Εσύ;”, “Δε νομίζω ότι θα παντρευτώ πριν αποφασίσω να κάνω ένα παιδί”. – “Εσύ είσαι ικανός να παντρευτείς μόνο και μόνο για να κάνεις την πρόταση”, του είπα κοιτώντας τον στα μάτια. – “’Ισως... ίσως δεν έχω απέναντί μου τον κατάλληλο άνθρωπο”.
- Να πάμε για καφέ κάποια μέρα,
- Ναι, να πάμε
Με φίλησε ξανά, φεύγοντας
(Θα ήθελα το κείμενο να συνοδεύεται από cure και there is no if, αλλά δε μου κάνει τη χάρη. Ίσως αργότερα).

Monday, September 3, 2007

Sabotage


ΥΠΕΥΘΥΝΑ ΔΗΛΩΝΩ


Την αμέριστη συμπαράστασή μου σε Βούλα και Φώφη.


Κορίτσια, ούτε εμένα με παίζουνε!


Πάμε σε άλλη παραλία;

Thursday, August 30, 2007

high fidelity




Tο cd player του ασημί saxo έπαιζε Billy Idol και eyes without a face. Με τον Χ. δε λέγαμε πολλά. Δεν είχαμε και τίποτα να πούμε, όμως αυτό ήταν κάτι που διαπιστώσαμε στην πορεία. Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε, δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα μάτια μας ο ένας από τον άλλο. Επαλήθευσα τη φήμη που με θέλει να επιλέγω με –πολύ- ρηχά κριτήρια (αναλογίες, ύψος, μυες, χρώμα δέρματος, μαλλιών και ματιών) και δέχτηκα να με πάει στο σπίτι λίγα βράδια αργότερα. Την πρώτη μουσική που άκουσα στο αυτοκίνητό του, δεν την εκτίμησα αρνητικά και το ήξερε. Δε θυμάμαι να μιλούσαμε πολύ, ούτε και βγαίναμε ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό. Η σκέψη μας ήταν αλλού και κάθε νύχτα αναρωτιόμουν τι καλό έχω κάνει στη ζωή μου για να αξίζω αυτές τις βραδιές με το πιο εντυπωσιακό πλάσμα που είχα συναντήσει. Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι μάσκες που βάζουμε όλοι στην αρχή μιας σχέσης, άρχισαν να χαλαρώνουν. Και η δική του και η δική μου.
Την περίοδο που τον Billy Idol αντικατέστησε ο Νίκος Πορτοκάλογλου και το Μπραζιλέρο, κάναμε τις πρώτες –αποτυχημένες- απόπειρες να ανταλλάξουμε κουβέντες. Επικοινωνούσαμε μόνο τις νύχτες, που βάφονταν κόκκινες από τα λόγια και τα έργα. Πηγαίναμε εκδρομές, γνώρισα τους φίλους του, που όλοι δούλευαν τη νύχτα. Οι μάσκες λύθηκαν κι άλλο.
Στο ασημί saxo έπαιζε πια Σταμάτη Γονίδη και ενίοτε Γιώργο Μαζωνάκη. Ο άνθρωπος δίπλα μου ήταν γλυκός, ευγενικός, καλός αλλά... ως εκεί. Τον ακολούθησα στις νύχτες του. Στο μπαράκι των φίλων του στη Σαλαμίνα, στα maistream clubs και στα μπουζουξίδικα της πόλης.
Ήταν η εποχή που στο ασημί saxo ακούγαμε πλέον το cd single του Σώτη Βολάνη. Οι δουλειές του είχαν ανοίξει στην Καστοριά και τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας ήταν εκεί. Επικοινωνούσαμε με μηνύματα, γιατί στο τηλέφωνο δεν είχαμε να πούμε πολλά και πηγαινοερχόταν για λίγες νύχτες κάθε μήνα. Πήγαινα κι εγώ κάποια Σαββατοκύριακα που είχα ρεπό και άφησα τη σχολή –για μια ακόμη φορά-στην άκρη.
Ανακαλύψαμε τις επαρχιακές νύχτες στην Καστοριά, ενίοτε επισκεπτόμασταν και τη Φλώρινα.
Αρχίσαμε να ξυπνάμε από αυτό που νομίζαμε ότι ήταν σχέση την εποχή που στο saxo έπαιζε το live πρόγραμμα από τις «Νότες» (περιθωριακό μπουζούκι στη Φλώρινα). Στους εννιά μήνες οι μάσκες έπεσαν και οι αλήθειες μας βγήκαν στο φως, όπως ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα γινόταν. Δεν ήμουν αυτή που υποκρινόμουν ότι είμαι για εκείνον, ούτε εκείνος το αντίστοιχο, και δε θα καταφέρναμε να γίνουμε ποτέ. Από εκείνο το ξημέρωμα δεν ξαναμιλήσαμε, δεν τον ξαναείδα.

Μέχρι χθες, τέσσερα χρόνια μετά, που τον πέτυχα με μια πιτσιρίκα στη Βασιλέως Ηρακλείου. Δε με είδε. Καλύτερα. Δε θα με αναγνώριζε χωρίς τη μάσκα.

Wednesday, August 29, 2007

Tuesday, August 28, 2007

Αντίδραση (;)

Ήρθε με e-mail από άτομο που εμπιστεύομαι:



Στη Θεσσαλονίκη η συγκέντρωση θα γίνει στις 7 το απόγευμα στο Λευκό Πύργο. Φορέστε μαύρα ρούχα, λένε οι διοργανωτές, whoever they are.

Monday, August 27, 2007

Άμμος


Τα μάτια μου βαριά, δεν έλεγαν να ανοίξουν. Χαμογέλασα. Ήταν όνειρο το χθεσινό βράδυ; Ήταν όνειρο το φετινό καλοκαίρι; Με κλειστά ακόμη μάτια, πέρασα το χέρι μου ανάμεσα στα μαλλιά μου. Άμμος. Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα το μαξιλάρι, και μετά το κρεβάτι. Άμμος. Δεν ήταν όνειρο. Μπήκα στο ντους. Από παντού τρέχει η παραλία. Καθώς το νερό πέφτει στο λαιμό μου, θυμάμαι.

Σφηνάκια κίτρινη τεκίλα δίπλα στο Ναυτικό Μουσείο και μετά κβακ στο Ρούντυς. Πόσες ήταν; Δύο; Δυόμισι; Η Ο. και ο Γ., και μετά η Ν., ο Ρου και ο Α. Και μετά, λίγο πριν ξημερώσει, στον Καλαθά. Η θάλασσα ήταν ζεστή, η αμμουδιά φιλόξενη, το φεγγάρι καρφωμένο στη δύση του, διέγραφε το κίτρινο μονοπάτι του στη μαύρη επιφάνεια.

Οι μέρες μου στα Χανιά ήταν όμορφες, όσο και οι νύχτες μου.

Thank you, friend.


Στη φωτογραφία από δεξιά: Charlie, November, Merlot, στην παραλία Μπάλου. Στο βάθος, άκυρος λουόμενος που θα πρέπει να σβηστεί με photoshop. Περισσότερες φωτογραφίες, στο shots, τις επόμενες ώρες και ημέρες.

Εικόνες από τη θλιβερή επικαιρότητα είδα χθες από το αεροδρόμιο, στις Κυριακάτικες εφημερίδες και σε τηλεοράσεις που ούρλιαζαν. Damn.



Sunday, August 19, 2007

Ξέρω



Τα ξέρω όλα.

Σήμερα το πρωί μου τα 'πανε.

Σεις που φταίτε, θα έπρεπε να ξέρετε καλύτερα. Δεν ξεχνάω.

Π ο τ έ.

Έρχομαι σε μία μόλις εβδομάδα.


Κρυφτείτε από τώρα.

Wednesday, August 1, 2007

Έφυγα!

Τις επόμενες (πολλές) ημέρες θα γυρίζω



εδώ


κι εδώ



Επιστρέφω στη σκληρή καθημερινότητα στις 29 Αυγούστου,
αλλά θα έχω βαρεθεί να κάθομαι το αργότερο στις 20!
Αφήνω και μια φυλή που μου ξέμεινε στα drafts
Smoochies!

Οι φυλές της νύχτας ΙΙΙ – Ζευγάρια


Είναι η πιο εμετική φυλή ever, για πολλούς λόγους, από τους οποίους θα παραθέσω δύο: 1. Είναι στημένη και 2. Εκπέμπει αρνητική ενέργεια. Σπάνια αποτελείται από ένα μόνο του ζευγάρι (εκτός αν είναι φρέσκο, οπότε επιδεικνύεις δήθεν τυχαία την πινακίδα «get a room» και ξεμπερδεύεις). Η φυλή αποτελείται από δύο η περισσότερα ζευγάρια, τα οποία βγαίνουν έξω σχεδόν μόνο τα Σαββατόβραδα (και είναι ένας από τους λόγους που οι σώφρονες άνθρωποι δεν βγαίνουν π ο τ έ τo Σάββατο). Συχνάζουν σε μπουζουκερί (νυχτερινά κέντρα) και έχουν αδυναμία στον Πλούταρχο. Κάθονται σε τραπέζι με θέα την πίστα, όχι πολύ μακρινό αλλά ούτε και πρώτο, ανά ζεύγη. Τα κορίτσια δίπλα στα αγόρια τους κ.ο.κ. Όταν τελειώνει η κλάψα και αρχίζει το πρόγραμμα «όλα τα μωρά στην πίστα», τα κορίτσια πιάνουν το παρασύνθημα και διαλέγουν μεταξύ πίστας και τραπεζιού. Τα αγόρια κάθονται βαριά και συνεχίζουν τις πολυσπούδαστες συζητήσεις τους (πότε ρε μαλάκα θα βγούμε κάνα βράδυ μόνοι μας, είδες αυτό το μελανούρι από τη γυναικοπαρέα απέναντι κλπ). Η ιστοριούλα που ακολουθεί είναι ενδεικτική της συμπεριφοράς αυτής της φυλής της νύχτας (κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι καθόλου, μα καθόλου τυχαία.)

Η Χρύσα είχε ανεβεί στο τραπέζι από τις πρώτες και χορεύει το τσιφτετέλι πιστεύοντας ότι κανείς δεν θέλει να κατεβεί. Φόρεσε αυτή την καταπληκτική μαύρη φουστίτσα που πήρε τις προάλλες από τη Μαρτίου με καλσόν δίχτυ στο χρώμα του δέρματος και ένα κιτρινάκι φαρδύ και μακρύ μπλουζάκι με βαθύ ντεκολτέ (και να κρύβονται οι ατέλειες και να επιδεικνύονται τα «ελέη του Θεού» που είναι πλούσια). Ο Πλούταρχος είναι μακράν ο αγαπημένος της τραγουδιστής, άσε που της θυμίζει και τον πρώτο καιρό με τον Αντώνη (τότε που φυσούσε πολύ απ’ το σπασμένο της το τζάμι ο κρύος ο βοριάς). Τότε τη διεκδικούσε και την πήγαινε κάθε βράδυ στο σπίτι με το αυτοκίνητο (με μια ενδιάμεση στάση στον Άγιο Νικόλα, στην Κρήνη, όπου είχαν δοκιμάσει όλες τις δυνατές στάσεις μέσα στο citroenάκι). Από τότε έχουν περάσει πέντε χρόνια και έχει μεσολαβήσει ένας αρραβώνας, για να κλείσουν τα κακά στόματα. Μαζί με τα κακά στόματα έκλεισαν και τα κάτω άκρα της Χρύσας, μια και το σπίτι τους δεν ήταν έτοιμο και οι «στάσεις» στον Άγιο Νικόλα είχαν σταματήσει προ πολλού.

Απόψε έχουν βγει με τον Νίκο και τη Μαρία. Η Χρύσα και η Μαρία είναι best friends for ever από το σχολείο και μετά στο ΙΕΚ. Με το Νίκο έχουν αρραβωνιαστεί εδώ και καιρό. Ο Νίκος... Σ’ αυτή την είχε πέσει πρώτα και όταν του έκανε νάζια την έπεσε στη Μαρία. Η ματιά της έπεσε στο Νίκο. Ανατρίχιασε. Θυμήθηκε τη «συνάντησή» τους στις τουαλέτες πριν από λίγο και τα βράδια που την πηγαίνει σπίτι γιατί βολεύει καλύτερα απ’ ότι του Αντώνη. Πάντως από τον Άγιο Νικόλα δε χάθηκε...

Ο Νίκος με τον Αντώνη μιλούσαν και κοιτούσαν την πίστα, όπου χόρευε η Μαρία. Η ματιά της γύρισε προς το τραπέζι. Το μουτράκι της πήρε ένα πονηρό ύφος και έκλεισε το μάτι. Στο χαιρετισμό απάντησαν ταυτόχρονα ο Νίκος και ο Αντώνης. Το βράδυ θα την πήγαινε σπίτι ο Αντώνης. Βολεύει καλύτερα...

Sunday, July 29, 2007

Ας παίξουμε!


Προ(σ)κλήθηκα να παίξω ένα παιχνιδάκι. Ο Τάκις Διαστιματάκις το έφαγε το σιχτίρι του που, καλοκαιριάτικο με έχει και ψάχνω ρητά σε γούγληδες και εφημερίδες... αλλά μέρες που είναι (προαδειακές), δίνω τόπο στην οργή! Δεν επαναλαμβάνω τους κανόνες, απ’ ο,τι αντιλαμβάνομαι μπορεί να είμαι η τελευταία Ελληνίδα μπλόγκερ που δεν έχει συμμετάσχει ακόμα και ξεκινάω αμέσως! Για πάμε!

1. Οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν - Γουίνστον Τσόρτσιλ

Προφανώς ο καλός μου ο Γουίνστον δεν θα το έλεγε αυτό αν είχε γνωρίσει τον μελλοντικό «ηγέτη» του λαού του, Τόνι. Ο,τι και να είναι ένας λαός, όποιες αμαρτίες των προγόνων του κι αν έχει να πληρώσει, αυτό δεν το αξίζει με τίποτα! Θα μπορούσα να επιχειρηματολογήσω δανειζόμενη την περίπτωση μιας άλλης χώρας – υπερδύναμης, αλλά ξέρω ότι θα τρίζουν τα κοκκαλάκια (δε μπορώ να γράψω το κόκκαλο με ένα κάπα, υπογράμμιζε όσο θέλεις!) του και δεν μπορεί πια να το πάρει και πίσω. Για να τελειώνουμε με αυτή τη στιγμιαία ρητορική έμπνευση που αποτυπώθηκε ως ρητό, οι λαοί δεν έχουν ΠΑΝΤΑ τους ηγέτες που τους αξίζουν. Οι λαοί ζουν και αναπτύσσονται σε κοινωνίες, τους κανόνες στις οποίες βάζουν οι ηγέτες, για το καλό τους (λέμε τώρα). Στην καλύτερη περίπτωση, οι λαοί διαλέγουν τον ηγέτη, δηλαδή, τον ε μ π ι σ τ ε ύ ο ν τ α ι. Για πάμε μια βόλτα νοερά λοιπόν στην Αφρική... στη Νότιο Αμερική... στη Νότια Ασία...

2. Ο μόνος που καταλαβαίνει το ζόρι σου, είναι ο ίδιος σου ο εαυτός! – είπε ο Τάκις Διαστιματάκις (ωραίος τρόπος για να πεις στους άλλους ότι δε σε καταλαβαίνουν και να σε αφήσουν ήσυχο, γαϊδούρι!)

Εν μέρει, ο άσπονδος φίλος μου έχει τα δίκια του, διότι δεν έχουμε όλοι το δικό του ζόρι – που είναι μεγάλο, δεν λέω. Ο καθένας μας όμως έχει τα δικά του ζόρια, τους δικούς του δαίμονες να ξορκίσει. Πιστεύω ότι τα δικά μου ζόρια υπάρχουν άνθρωποι που τα καταλαβαίνουν, γιατί έχουν τη διάθεση, γιατί με αγαπούν και συμπάσχουν μαζί μου, σε ο,τι μου συμβαίνει. Αυτούς τους ανθρώπους τους έχω κερδίσει στο χρόνο και με έχουν κερδίσει και αυτοί. Ακόμη και να μην μπορούν να μπουν στη θέση μου, δε θέλω, εδώ που τα λέμε, να τους βάλω. Γιατί να υποφέρουν κι εκείνοι μαζί μου; Μου φτάνει που έχουν τη διάθεση – και τους αγαπώ, και τους ευχαριστώ γι’ αυτό.

ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ ΤΩΡΑ!

3. Play to win. Don’t play not to lose. – Unknown

Το ξεπατίκωσα από μια σελίδα με sayings στο ίντερνετ και μου γέμισε το μάτι enough για να το παραθέσω. Έχουμε και λέμε: Μετριότις μετριοτήτων, τα πάντα μετριότις. Στην εποχή του ανταγωνισμού και της πλάτης στον τοίχο, ορισμένοι το έχουν πάρει λίγο στραβά. Λέμε παίξε για να κερδίσεις, όχι για να μη χάσεις. Παίξε καλύτερα, όσο καλύτερα μπορείς, αξιοποίησε τις δυνατότητες και τις ικανότητές σου. Δε λέμε πάτα επί πτωμάτων! Ξεκόλλα και άσε τις τρικλοποδιές. Ναι, σ’ εσένα μιλάω!

Και τέλος,

4. «Αχ, πόσο βαριέμαι... να σ’αγαπάω με τον τρόπο που σ’ αρέσει...» - Γιώργος Μαζωνάκης (είπε κανείς τίποτα;!)

Ο στιχουργός λοιπόν είχε μεγάλα κέφια και εκφράζει πολύ πολύ πολύ κόσμο που ξέρω. Που δεν θέλει να στέλνει εκατό sms τη μέρα, που αγαπάει με τρόπο όχι ξελιγωμένο, που νοιάζεται αλλά δεν καταπιέζει, που έχει εμπιστοσύνη και δεν κάνει σκηνές, που χρειάζεται το χρόνο του, τον μόνο δικό του και, όχι δεν έχει άλλο γκόμενο/α, που χρειάζεται τους ανθρώπους του και την προσωπικότητά του, που δε θέλει να αλεστεί σε ένα μίγμα δύο ανθρώπων, που θέλει δυο ανθρώπους να ζουν μαζί ως δύο και όχι ως ένας. Πειράζει;

Νομίζω δεν έχουν παίξει οι:

Charlie - Θα«γράψει»- (όταν θυμηθεί να γυρίσει από διακοπές)

Μεθυσμένος Φιλόσοφος (Ναι, εσένα λέω, μην κάνεις ότι δεν ακούς)

NY Anna

Τουλίπα η Αστική

Χθες τη νύχτα


Έβγαλα τα πέδιλά μου και περπάτησα στην ακροθαλασσιά

Η μουσική έφτανε από το beach bar στο βάθος

Ο κύκλος των ανθρώπων ήταν μικρός

Ο ίδιος όπως πριν από 11 χρόνια

Όταν αποχαιρετούσαμε το σχολείο για πάντα

Τα πρόσωπά μας στο φως του φεγγαριού δεν είχαν αλλάξει

από τότε

Βύθισα τα πόδια μου στη βρεγμένη άμμο

Και ευχήθηκα να σταματήσει ο χρόνος

Καλοκαίρι καλωσήρθες,

επιτέλους!


Friday, July 27, 2007

Black Magic


Είμαι ερωτευμένη... Το τυπάκι που μου πήρε τα μυαλά είναι μικρό. Μικρό και σκουρόχρωμο... μαύρο. Μόλις σήμερα τον είδα για πρώτη φορά. Ήταν πάθος από την πρώτη ματιά. Τον φλέρταρα σε μια γωνία και τον πήρα χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι επιδόσεις του είναι εκπληκτικές. Είναι δυνατός, αντέχει όσο λίγοι και, με το σωστό χειρισμό, έχει πολλές δυνατότητες βελτίωσης.

Ξέρω, θα μου κοστίσει αυτή η σχέση. Σε χρόνο, σε χρήμα, αλλά χαλάλι του. Με ικανοποιεί και θα τον κρατήσω για τουλάχιστον τρία χρόνια. Μετά θα τον αντικαταστήσω. Με κάποιον μικρότερο. Μικρότερο και καλύτερο. Έτσι έκανα και με τον νυν – που θα γίνει πρώην.

Το όνομά του είναι Σόνης. Σόνης Βάιος.

Τα μεγαλύτερα προτερήματά του είναι ότι είναι ελαφρύς και αποτελείται από κάτι ανθρακονήματα, που δεν κατάλαβα τι είναι. Μόνο που δεν τον πήρα με Vista, αλλά με τα XP, γιατί είναι, λέει, νωρίς ακόμη για τα Vista. Σεις που ξέρετε απ’ αυτά, αλήθεια είναι ή με κοροϊδέψανε;





Monday, July 23, 2007

I’m wicked and I’m laaaazyyyy



(don't you wanna save me)

Είμαι σε φάση παμμέγιστης βαρεμάρας (και θερμοπληξίας).


Δε σκέφτομαι τίποτα, δε θέλω να δουλέψω, δε θέλω κουνιέμαι. Θέλω να κάθομαι στο δροσερό σπιτάκι μου, να σαπίζω βλέποντας στο DVD όλες τις ταινίες που έχασα τη χρονιά που πέρασε, με κλειστό το κινητό, κατεβασμένο το σταθερό και εξαφανισμένο το laptop. Να μη μιλάω σε κανέναν, να μη μου μιλάει κανείς. Να μην επικοινωνώ. Θα ήθελα να περάσω έτσι τέσσερις μέρες. Εγώ με τον εαυτό μου.

Και μετά να έρθει η Κυριακή και να φύγω για διακοπές.
Ο χρόνος μετράει πια αντίστροφα.

Monday, July 16, 2007

Devil's Turn


Δεν πήγαιναν λίγοι μήνες που είχε κλείσει τα 18 του χρόνια. Πολύ καιρό γκρίνιαζε στον πατέρα του για εκείνο το μηχανάκι. Να μην το οδηγεί στη Θεσσαλονίκη, μόνο στο χωριό, τα Σαββατοκύριακα. Παρακαλούσε, αλλά ο πατέρας ανένδοτος. Μοναχογιός του ήταν, μοναχοπαίδι, να έκανε λίγη υπομονή και θα του έπαιρνε αυτοκίνητο. Ώσπου έκλεισε τα 18. Πολλά καλοκαίρια δούλευε σε ταβέρνες, σερβιτόρος, και είχε μαζέψει αρκετά χρήματα. Τα υπόλοιπα του τα έδωσε ο παππούς του, που του είχε μεγάλη αδυναμία. «Αν πάθει κάτι το παιδί, να μη σε ξαναδώ μπροστά μου», είπε ο γιος στον πατέρα.

Την Παρασκευή το βράδυ, ο Γιώργος με τα κατακόκκινα μαλλιά και τα μπλε μάτια, το ψιλόλιγνο, ευγενικό και συνεσταλμένο παιδί, πήρε τρεις φίλους και πήγαν στο διπλανό χωριό να διασκεδάσουν. Τέσσερα παιδιά, δύο μηχανάκια, το ένα ολοκαίνουργιο, μόλις μιας εβδομάδας. Ήπιαν, ήπιαν πολύ. Όταν ο ήλιος ανέτειλε, πήραν τηλέφωνο στον ταξιτζή. «Παιδιά έχω κούρσα στο αεροδρόμιο, θα ξεκινήσω σε λίγο και δεν προλαβαίνω, πάρτε κάποιον άλλο», είπε ο ταξιτζής. Τα παιδιά όμως δε βρήκαν άλλο ταξί και αποφάσισαν να πάνε «σιγά σιγά, με τα μηχανάκια». Και ξεκίνησαν.

Οι δύο έφτασαν στο χωριό σε κατάσταση σοκ. Ο τρίτος έφτασε στην εντατική, σε κώμα. Ο τέταρτος, ο Γιώργος, δεν έφτασε ποτέ. Μάλλον, θέλω να πιστεύω, έφτασε κάπου καλύτερα. Σε μια τυφλή στροφή ο Γιώργος, οδηγός της νέας του μηχανής, που τον βοήθησε να πάρει ο παππούς του γιατί τελείωσε το Λύκειο με άριστα και πέρασε στο πανεπιστήμιο, επιχείρησε μια τρελή, μια επικίνδυνη προσπέραση. Έσβησε ακαριαία στην άσφαλτο. Ο ταξιτζής βγήκε άθικτος -στο σώμα- από την τσαλακωμένη Mercedes. Ο ίδιος ταξιτζής που είχε μιλήσει λίγη ώρα νωρίτερα με το Γιώργο και αρνήθηκε την κούρσα.

Το τουριστικό χωριό της Χαλκιδικής πάγωσε το Σαββατοκύριακο. Πουθενά δεν ακούστηκε μουσική, σε ταβέρνες, σε beach bars. Στη Χαλκιδική, στην καρδιά του καλοκαιριού, κανείς δε χαμογελούσε. Την Κυριακή, έφτασαν δυο πούλμαν με τους συμμαθητές του, τους φίλους και τους καθηγητές του. Τόση λύπη, τόσος θρήνος, τόση απελπισία.


Τον Γιώργο, τον
Devil, όπως τον φώναζαν για τα κόκκινα μαλλιά του, τον ήξερα πολύ λίγο. Σύχναζε στα στέκια της αδερφής μου, είχαμε πει λίγα «γεια» και είχα σφίξει το χέρι του, στη βάφτιση, την προηγούμενη Κυριακή. Aκόμα και τώρα που γράφω γι’ αυτό, νιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά. Γιατί ο χαμός του, είναι απερίσκεπτος, χαζός, ήταν μια στιγμή. Μόνο μια, ηλίθια, τόσο ηλίθια στιγμή. Στην τελική, ποιος δε φέρθηκε βλακωδώς στην εφηβεία του, ποιος δεν κινδύνευσε, χωρίς να έχει συναίσθηση του τι ρισκάρει εκείνη τη - μια και μοναδική- στιγμή;

Friday, July 13, 2007

Clima


Η θερμοκρασία κολλημένη στους 23 βαθμούς. Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, στη δουλειά. Τα παράθυρα κλειστά, σχεδόν σφραγισμένα, δεν έχουν ανοίξει πολύ καιρό τώρα. Χειμώνα – καλοκαίρι, στους 23 βαθμούς. Να μην αλλάξει θερμοκρασία το σώμα της, να μην ιδρώσει, να μη δυσφορήσει, να μην καεί, όπως τότε. Που ξάπλωσε στην άμμο γυμνή το μεσημέρι, χωρίς αντηλιακό. Μεγάλη ανακάλυψη το clima. Μισοκλείνει τα μάτια της στον ήλιο. Της έχει λείψει.


Wednesday, July 11, 2007

Ευσεβείς Προβλέψεις


Το ζώδιό μου σήμερα γράφει (Αγγελιοφόρος, σελ.43): “Πολύ όμορφη μέρα για σας. Αισθάνεστε ανεβασμένοι και ερωτεύεστε με την πρώτη ματιά”.
ΟΚ, αισθάνομαι ανεβασμένη. Τι θα γίνει με τη ματιά μου;!

Tuesday, July 10, 2007

Working late


Το γραφείο σκοτεινό, έχουν φύγει όλοι. Η οθόνη του υπολογιστή φωτίζει το πληκτρολόγιο, τρίβω τα μάτια μου, μουντζουρώνομαι, κοιτάζω το ρολόι. 00.25... Σάπιος βραδινός καφές, ζαλάδα, μια βόλτα στο μπαλκόνι. Η πόλη δεν κοιμάται, δεν κοιμάται ποτέ. Ούτε εγώ, αλλά τα έχουμε πει αυτά. Καφέ κανείς;