Showing posts with label stories. Show all posts
Showing posts with label stories. Show all posts

Thursday, October 11, 2007

Reunion



Αρχές του 2000, φοιτήτρια ούσα, έπιασα την πρώτη μου δουλειά. Βαριόμουν τη φοιτητική ζωή, δε μου άρεσε τότε, δεν την αναπολώ σήμερα. Είχα μοιράσει το φτωχό μου βιογραφικό στις επιχειρήσεις τις σχετικές με το αντικείμενο που είχα επιλέξει να σπουδάσω και δεν περίμενα τίποτα. Ήταν μεγάλη έκπληξη όταν με ειδοποίησαν από την πρώτη και καλύτερη επιλογή μου, ότι θα με δεχτούν και πολύ περισσότερο, όχι για πρακτική, αλλά με μικρό μισθό. Ήμουν τυχερή γιατί άρχιζε τότε μια προσπάθεια της επιχείρησης να προσεγγίσει νεανικό κοινό μέσα από φρέσκες ιδέες και φρέσκους ανθρώπους. Σε εκείνη την εταιρία, έμεινα συνολικά τέσσερα χρόνια ενώ παράλληλα ελίχθηκα σε άλλες.

Στα τέσσερα εκείνα χρόνια μέσα στο γραφείο γράφτηκαν πολλές ιστορίες. Δέκα νέοι άνθρωποι, στο ξεκίνημά τους, έχουμε μέχρι σήμερα και για πάντα, έναν κοινό παρονομαστή. Ένα τμήμα της επαγγελματικής και προσωπικής μας ιστορίας, γράφτηκε μέσα σε εκείνους τους τοίχους, με σκηνικό και σημείο αναφοράς αυτόν το χώρο. Ιστορίες ανταγωνισμού, φιλίας, βαθιάς φιλίας, έρωτα, μεγάλου έρωτα, αγάπης, ζήλιας, απώλειας, μίσους. Δημιουργήθηκαν σχέσεις, γράφτηκαν χωρισμοί, γάμοι, παιδιά για ορισμένους, μεταγραφές, απολύσεις, παράνομοι έρωτες, κόντρες. Αν είχαν ψυχή οι τοίχοι αυτού του γραφείου θα μπορούσαν να γράψουν ένα περιεκτικό βιβλίο για τις ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη κι ένα –πολύ ενδιαφέρον- σήριαλ.

Ο πυρήνας εκείνης της ομάδας διαλύθηκε προς το τέλος του 2003 και λίγο αργότερα. Οι περισσότεροι κάναμε το επόμενο επαγγελματικό βήμα σταθερά μπροστά, άλλοι εγκατέλειψαν το επάγγελμα, άλλοι την πόλη.

Πριν από λίγες ημέρες επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη μετά από ένα διαζύγιο, ένα μέλος εκείνης της παρέας, που ήταν τότε και η ψυχή της. Και οργάνωσε μια επανασύνδεση. Βρεθήκαμε, μόνο οι γυναίκες της παρέας (που ήμασταν και πλειοψηφία) σκαστές οι περισσότερες από τη δουλειά, με την ψυχή στο στόμα, στο roof garden του Electra Palace. Και παρατήρησα για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν στο reunion του σχολείου, όπου ήταν και πιο χαρακτηριστικό) ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, ο,τι κι αν έχει συμβεί στη ζωή τους, το είναι τους παραμένει το ίδιο. Άλλες παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, πήραν διαζύγιο, εξελίχθηκαν επαγγελματικά άλλες όχι. Όταν όμως βρισκόμαστε οι ίδιοι άνθρωποι μεταξύ μας, ο καθένας παίρνει τη θέση που είχε τότε: Η ψυχή της παρέας, η σνομπ, η χαζούλα, η χαμογελαστή, η πολυλογού, η «έξυπνη», η ήσυχη κ.ο.κ. Τελικά, το ποιοι είμαστε είναι –και – θέμα αλληλεπίδρασης. Και, ναι. Οι αλλαγές στο περιβάλλον μας, επιβάλλουν πολλές φορές αλλαγές και στους ανθρώπους μας. Ακόμη και αντικαταστάσεις. Όχι σε όλους. Σε ορισμένους όμως σίγουρα.

Δεν αναπολώ. Απλώς θυμάμαι.

Tuesday, September 18, 2007

Word shot



- «Είσαι αφελής!», φώναζε δυνατά μέσα στην κοιμισμένη νύχτα. «Όχι... όχι, δεν είσαι αφελής. Υποκρίνεσαι την ανήξερη και την αθώα, αλλά δεν είσαι! Είσαι... είσαι αυτάρεσκη και εγωίστρια, αυτό είσαι! Μα... μα, τί είσαι... ποια είσαι επιτέλους;» έσπασε η φωνή του.
Με δακρυσμένα μάτια γύρισε την πλάτη της και άρχισε να περπατάει αργά προς την έξοδο. Μέσα της μετρούσε... «ένα, ...δύο ...τρία, ...τέσσερα...»
- Μωρό μου δεν τα πιστεύω αυτά που λέω... γύρισε πίσω σε παρακαλώ»... ψιθύρισε. «Πώς μπόρεσα να σκεφτώ κάτι τέτοιο για ‘σένα; Θα με συγχωρέσεις; Συγχώρεσέ με... τι θα έκανα χωρίς εσένα;»
Κοντοστάθηκε. Με την πλάτη της ακόμη γυρισμένη, χαμογέλασε. Έσβησε με μιας το χαμόγελο και με τα δάκρυα ακόμη στα μάτια, γύρισε προς το μέρος του. Καθώς έπεφτε στην αγκαλιά του, ένιωσε ένα τσίμπημα ενοχής. Της πέρασε αμέσως.


(λέξεις 131)


Tuesday, September 11, 2007

Πρωτάκι


Εντάξει, δεν ήμουν ακριβώς πρωτάκι. Ήταν η πρώτη μου ημέρα στη Δευτέρα Δημοτικού σε ένα σχολείο στην Καλαμαριά. Ήταν όμως η πρώτη φορά που θα πήγαινα σε ελληνικό σχολείο, με ο,τι ελληνικά είχα μάθει να μιλάω κουτσά – στραβά μέσα στους δύο μήνες που ήμασταν στην Ελλάδα. Δεν έχω ξεχάσει εκείνη την ημέρα, ούτε εκείνη τη χρονιά. Ξεκινήσαμε να πάμε μαζί με ένα κοριτσάκι που είχα γνωρίσει στη γειτονιά, την Κατερίνα, και τη μαμά της, γιατί η δική μου δούλευε. Αισθανόμουν ότι η τσάντα μου ήταν παράταιρη, ότι εγώ δεν ταίριαζα εκεί, ότι όλα τα μάτια ήταν στραμμένα με κοροϊδία επάνω μου. Προσευχή (τι είναι αυτό;), και μετά στην αίθουσα. Kαταλάβαινα ελάχιστα.

Η δασκάλα μου είναι πολύ τυχερή που δεν θυμάμαι την όψη και το όνομά της, γιατί αν την έβρισκα πουθενά σήμερα, θα τη βασάνιζα με κινέζικες μεθόδους. Επίτηδες η τσούλα μου έκανε ενώπιον όλων ερωτήσεις που δε μπορούσα να απαντήσω. Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι δάσκαλοι μάλλον επιτρεπόταν να σηκώνουν χέρι στους μαθητές, γιατί η ρουφιάνα με είχε τρελάνει στο χαστούκι (πάντως όχι μόνο εμένα). Ο πατέρας μου (τώρα που το σκέφτομαι ήταν μόλις 31 χρονών τότε), είχε παραπονεθεί στη διεύθυνση του σχολείου, αλλά η διαφορά ήταν ότι το μένος της Κρουέλα ήταν ορμητικότερο εναντίον μου. Η μαμά μου δεν πήγαινε γιατί εκείνη μιλούσε λιγότερα ελληνικά από εμένα.

Για ορισμένους μήνες πήγαινα κάθε μέρα σπίτι κλαίγοντας, ώσπου έπεσε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Είχα ζητήσει να βγω από την τάξη για να πάω στην τουαλέτα και οι τουαλέτες ήταν έξω από το άθλιο κυρίως κτίριο του συγκροτήματος. Επιστρέφοντας, βρήκα την πόρτα του σχολείου κλειστή. Μέσα από τα τζάμια, έβλεπα την καθαρίστρια (που είχε την ευθύνη και του κυλικείου) και χτυπούσα το τζάμι να μου ανοίξει, αλλά εκείνη έκανε ότι δε με έβλεπε. Καθώς η αίθουσα της τάξης μου ήταν στο ισόγειο, προσπάθησα να ειδοποιήσω τη δασκάλα από το παράθυρο. Γύρισε το κεφάλι της, με κοίταξε και δε μου έδωσε την παραμικρή σημασία. Δεν ξέρω πόση ώρα πλάνταζα στο κλάμα μόνη μου, στο προαύλιο, ώσπου η δασκάλα μιας άλλης τάξης με είδε και βγήκε από την αίθουσα. Της περιέγραψα ανάμεσα σε λυγμούς, με τα σπαστά ελληνικά μου, όλα αυτά που μου συνέβαιναν. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μέσα σε ένα μήνα η δασκάλα – πόρνη άλλαξε σχολείο και η καθαρίστρια αντικαταστάθηκε. Η δασκάλα που αντικατέστησε τη Μάτζικα, η κ. Βούλα, ήταν νέα, όμορφη και καλή. Την επόμενη χρονιά άλλαξα σχολείο και συμμαθητές και όλα ήταν καλύτερα. Κι όλα ήταν όμορφα.

Thursday, August 30, 2007

high fidelity




Tο cd player του ασημί saxo έπαιζε Billy Idol και eyes without a face. Με τον Χ. δε λέγαμε πολλά. Δεν είχαμε και τίποτα να πούμε, όμως αυτό ήταν κάτι που διαπιστώσαμε στην πορεία. Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε, δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα μάτια μας ο ένας από τον άλλο. Επαλήθευσα τη φήμη που με θέλει να επιλέγω με –πολύ- ρηχά κριτήρια (αναλογίες, ύψος, μυες, χρώμα δέρματος, μαλλιών και ματιών) και δέχτηκα να με πάει στο σπίτι λίγα βράδια αργότερα. Την πρώτη μουσική που άκουσα στο αυτοκίνητό του, δεν την εκτίμησα αρνητικά και το ήξερε. Δε θυμάμαι να μιλούσαμε πολύ, ούτε και βγαίναμε ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό. Η σκέψη μας ήταν αλλού και κάθε νύχτα αναρωτιόμουν τι καλό έχω κάνει στη ζωή μου για να αξίζω αυτές τις βραδιές με το πιο εντυπωσιακό πλάσμα που είχα συναντήσει. Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι μάσκες που βάζουμε όλοι στην αρχή μιας σχέσης, άρχισαν να χαλαρώνουν. Και η δική του και η δική μου.
Την περίοδο που τον Billy Idol αντικατέστησε ο Νίκος Πορτοκάλογλου και το Μπραζιλέρο, κάναμε τις πρώτες –αποτυχημένες- απόπειρες να ανταλλάξουμε κουβέντες. Επικοινωνούσαμε μόνο τις νύχτες, που βάφονταν κόκκινες από τα λόγια και τα έργα. Πηγαίναμε εκδρομές, γνώρισα τους φίλους του, που όλοι δούλευαν τη νύχτα. Οι μάσκες λύθηκαν κι άλλο.
Στο ασημί saxo έπαιζε πια Σταμάτη Γονίδη και ενίοτε Γιώργο Μαζωνάκη. Ο άνθρωπος δίπλα μου ήταν γλυκός, ευγενικός, καλός αλλά... ως εκεί. Τον ακολούθησα στις νύχτες του. Στο μπαράκι των φίλων του στη Σαλαμίνα, στα maistream clubs και στα μπουζουξίδικα της πόλης.
Ήταν η εποχή που στο ασημί saxo ακούγαμε πλέον το cd single του Σώτη Βολάνη. Οι δουλειές του είχαν ανοίξει στην Καστοριά και τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας ήταν εκεί. Επικοινωνούσαμε με μηνύματα, γιατί στο τηλέφωνο δεν είχαμε να πούμε πολλά και πηγαινοερχόταν για λίγες νύχτες κάθε μήνα. Πήγαινα κι εγώ κάποια Σαββατοκύριακα που είχα ρεπό και άφησα τη σχολή –για μια ακόμη φορά-στην άκρη.
Ανακαλύψαμε τις επαρχιακές νύχτες στην Καστοριά, ενίοτε επισκεπτόμασταν και τη Φλώρινα.
Αρχίσαμε να ξυπνάμε από αυτό που νομίζαμε ότι ήταν σχέση την εποχή που στο saxo έπαιζε το live πρόγραμμα από τις «Νότες» (περιθωριακό μπουζούκι στη Φλώρινα). Στους εννιά μήνες οι μάσκες έπεσαν και οι αλήθειες μας βγήκαν στο φως, όπως ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα γινόταν. Δεν ήμουν αυτή που υποκρινόμουν ότι είμαι για εκείνον, ούτε εκείνος το αντίστοιχο, και δε θα καταφέρναμε να γίνουμε ποτέ. Από εκείνο το ξημέρωμα δεν ξαναμιλήσαμε, δεν τον ξαναείδα.

Μέχρι χθες, τέσσερα χρόνια μετά, που τον πέτυχα με μια πιτσιρίκα στη Βασιλέως Ηρακλείου. Δε με είδε. Καλύτερα. Δε θα με αναγνώριζε χωρίς τη μάσκα.

Friday, July 27, 2007

Black Magic


Είμαι ερωτευμένη... Το τυπάκι που μου πήρε τα μυαλά είναι μικρό. Μικρό και σκουρόχρωμο... μαύρο. Μόλις σήμερα τον είδα για πρώτη φορά. Ήταν πάθος από την πρώτη ματιά. Τον φλέρταρα σε μια γωνία και τον πήρα χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι επιδόσεις του είναι εκπληκτικές. Είναι δυνατός, αντέχει όσο λίγοι και, με το σωστό χειρισμό, έχει πολλές δυνατότητες βελτίωσης.

Ξέρω, θα μου κοστίσει αυτή η σχέση. Σε χρόνο, σε χρήμα, αλλά χαλάλι του. Με ικανοποιεί και θα τον κρατήσω για τουλάχιστον τρία χρόνια. Μετά θα τον αντικαταστήσω. Με κάποιον μικρότερο. Μικρότερο και καλύτερο. Έτσι έκανα και με τον νυν – που θα γίνει πρώην.

Το όνομά του είναι Σόνης. Σόνης Βάιος.

Τα μεγαλύτερα προτερήματά του είναι ότι είναι ελαφρύς και αποτελείται από κάτι ανθρακονήματα, που δεν κατάλαβα τι είναι. Μόνο που δεν τον πήρα με Vista, αλλά με τα XP, γιατί είναι, λέει, νωρίς ακόμη για τα Vista. Σεις που ξέρετε απ’ αυτά, αλήθεια είναι ή με κοροϊδέψανε;





Monday, July 16, 2007

Devil's Turn


Δεν πήγαιναν λίγοι μήνες που είχε κλείσει τα 18 του χρόνια. Πολύ καιρό γκρίνιαζε στον πατέρα του για εκείνο το μηχανάκι. Να μην το οδηγεί στη Θεσσαλονίκη, μόνο στο χωριό, τα Σαββατοκύριακα. Παρακαλούσε, αλλά ο πατέρας ανένδοτος. Μοναχογιός του ήταν, μοναχοπαίδι, να έκανε λίγη υπομονή και θα του έπαιρνε αυτοκίνητο. Ώσπου έκλεισε τα 18. Πολλά καλοκαίρια δούλευε σε ταβέρνες, σερβιτόρος, και είχε μαζέψει αρκετά χρήματα. Τα υπόλοιπα του τα έδωσε ο παππούς του, που του είχε μεγάλη αδυναμία. «Αν πάθει κάτι το παιδί, να μη σε ξαναδώ μπροστά μου», είπε ο γιος στον πατέρα.

Την Παρασκευή το βράδυ, ο Γιώργος με τα κατακόκκινα μαλλιά και τα μπλε μάτια, το ψιλόλιγνο, ευγενικό και συνεσταλμένο παιδί, πήρε τρεις φίλους και πήγαν στο διπλανό χωριό να διασκεδάσουν. Τέσσερα παιδιά, δύο μηχανάκια, το ένα ολοκαίνουργιο, μόλις μιας εβδομάδας. Ήπιαν, ήπιαν πολύ. Όταν ο ήλιος ανέτειλε, πήραν τηλέφωνο στον ταξιτζή. «Παιδιά έχω κούρσα στο αεροδρόμιο, θα ξεκινήσω σε λίγο και δεν προλαβαίνω, πάρτε κάποιον άλλο», είπε ο ταξιτζής. Τα παιδιά όμως δε βρήκαν άλλο ταξί και αποφάσισαν να πάνε «σιγά σιγά, με τα μηχανάκια». Και ξεκίνησαν.

Οι δύο έφτασαν στο χωριό σε κατάσταση σοκ. Ο τρίτος έφτασε στην εντατική, σε κώμα. Ο τέταρτος, ο Γιώργος, δεν έφτασε ποτέ. Μάλλον, θέλω να πιστεύω, έφτασε κάπου καλύτερα. Σε μια τυφλή στροφή ο Γιώργος, οδηγός της νέας του μηχανής, που τον βοήθησε να πάρει ο παππούς του γιατί τελείωσε το Λύκειο με άριστα και πέρασε στο πανεπιστήμιο, επιχείρησε μια τρελή, μια επικίνδυνη προσπέραση. Έσβησε ακαριαία στην άσφαλτο. Ο ταξιτζής βγήκε άθικτος -στο σώμα- από την τσαλακωμένη Mercedes. Ο ίδιος ταξιτζής που είχε μιλήσει λίγη ώρα νωρίτερα με το Γιώργο και αρνήθηκε την κούρσα.

Το τουριστικό χωριό της Χαλκιδικής πάγωσε το Σαββατοκύριακο. Πουθενά δεν ακούστηκε μουσική, σε ταβέρνες, σε beach bars. Στη Χαλκιδική, στην καρδιά του καλοκαιριού, κανείς δε χαμογελούσε. Την Κυριακή, έφτασαν δυο πούλμαν με τους συμμαθητές του, τους φίλους και τους καθηγητές του. Τόση λύπη, τόσος θρήνος, τόση απελπισία.


Τον Γιώργο, τον
Devil, όπως τον φώναζαν για τα κόκκινα μαλλιά του, τον ήξερα πολύ λίγο. Σύχναζε στα στέκια της αδερφής μου, είχαμε πει λίγα «γεια» και είχα σφίξει το χέρι του, στη βάφτιση, την προηγούμενη Κυριακή. Aκόμα και τώρα που γράφω γι’ αυτό, νιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά. Γιατί ο χαμός του, είναι απερίσκεπτος, χαζός, ήταν μια στιγμή. Μόνο μια, ηλίθια, τόσο ηλίθια στιγμή. Στην τελική, ποιος δε φέρθηκε βλακωδώς στην εφηβεία του, ποιος δεν κινδύνευσε, χωρίς να έχει συναίσθηση του τι ρισκάρει εκείνη τη - μια και μοναδική- στιγμή;

Wednesday, June 6, 2007

Βροχή

Ο πιτσιρικάς έχει κολλήσει το πρόσωπό του στο παράθυρο οδηγού, Γ’ Σεπτεμβρίου με Εγνατία. «Κοπελιά… Κ ο π ε λ ι ά!». Κατεβάζω λίγο το παράθυρο, έξω ρίχνει καρέκλες, η βροχή ορμάει κατά πάνω μου. (Γαμώτο, πάλι θα βραχυκυκλώσουν τα παράθυρα, το πίσω δεξιά ακόμη δεν έχει συνέλθει από την τελευταία βροχή). «Θα μας πάρεις μέχρι πιο κάτω»; Τον κοιτάζω. Μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο, μαύρο t-shirt με tribal σχέδιο. Ανάμεσα στις σταγόνες διακρίνω ένα σκουλαρίκι. «Πόσοι είστε»; «Δύο». «Ελάτε μέσα». Το φανάρι έχει ανάψει πράσινο, το μποτιλιάρισμα είναι φρικτό. Αργούν, δεν ακούω τα γαμωσταυρίδια από πίσω μου, τα νιώθω όμως. Κόρνες. Μπαίνουν στο αυτοκίνητο, ένας δίπλα μου, ένας πίσω. «Πω πω…ρε κοπελιά… δεν το πιστεύω! Δεν το πιστεύω ότι το έκανες αυτό, δεν το περίμενα με τίποτα». (Ούτε εγώ, τι σκεφτόμουν;). «Παιδιά εγώ πάω Τσιμισκή. Θα σας αδειάσω Εθνικής Αμύνης, γιατί στρίβω», είπα ως σωστός ταρίφας. Αντανακλαστικά ρίχνω μια ματιά στο πίσω κάθισμα. Αστραπιαία σκέψη. (Τι έχω πίσω; Το καπελάκι της Ρόμα, το καπελάκι ΝΥ και την ομπρέλα. ΟΚ). Ντρέπομαι γι’ αυτό που πήγα να σκεφτώ. Ρίχνω μια ματιά στον διπλανό μου και χαμογελάω (απολογητικά, αλλά αυτός δεν το ξέρει). Το μπλουζάκι του είναι μπλε σκούρο και το σκουλαρίκι μοστράρει στα χείλη. Είναι δεν είναι 20. «Καλά, ειλικρινά, δεν ξέρεις πόσο μας εξυπηρετείς, συνεχίζει ενθουσιώδης. Θα πηγαίναμε ως κάτω με τα πόδια, μέσα στη βροχή. Καλά, μιλάμε, κανένας δεν θα το έκανε αυτό που κάνεις». (είναι ανάγκη να μου το θυμίζεις; Το ξέρω). … «πολύ ωραίο το αυτοκίνητό σου. Χάλια θα σου το κάνουμε έτσι που μούσκεμα που είμαστε». (Ναι, χθες το πήγα για πλύσιμο και φυσικά βρέχει και έβαλα μέσα δύο μουσκεμένους τύπους). Αυτός που κάθεται στο πίσω κάθισμα γνέφει με ενθουσιασμό σ’ αυτά που λέει ο πιτσιρικάς. Τον κοιτάζω μέσα από τον καθρέφτη. Μαύρα μακριά μαλλιά, πράσινα μάτια, μαύρο αμάνικο μπλουζάκι. Υποθέτω ότι θα έχει τίποτα νεκροκεφαλές σχεδιασμένες επάνω αλλά δεν φαίνονται από τον καθρέφτη. Όμορφος, σκέφτομαι. Ο διπλανός μου συνεχίζει: «στη δουλειά πηγαίνεις, ε; Ε, ναι, φαίνεται, σακάκι, στιλάκι, πόσο χρονών είσαι;» (Είναι ερωτήσεις αυτές που κάνεις καλό μου;) «28» (στα 29, αλλά ποιος μετράει;). «Σοβαρά; Δε σου φαίνεται καθόλου, εγώ να πούμε δε σε έκανα πάνω από 25 (το ‘σωσες τώρα). Άρα να μη σε καλέσουμε για καφέ μαζί μας, αλλά είπαμε, πας στη δουλειά». «Ναι, στη δουλειά»… «Τι δουλειά κάνεις;». (Σιγά μη σου πω να μου κάψεις το αυτοκίνητο, σε βρήκα και μπροστά στην πολυτεχνική), «Φτάσαμε παιδιά, άντε και κάτω από τα υπόστεγα».

Sunday, June 3, 2007

Κυρ – Γιάννης


Χθες το βράδυ έπεσα επάνω στα εγκαίνια του Φεστιβάλ Βιβλίου, στην παραλία. Μεταξύ των γνωστών – αγνώστων επισήμων προσκεκλημένων, λοιπών παρατρεχάμενων και κόσμου, αναγνώρισα τον Γιάννη Κυριακίδη. Την τελευταία φορά που άκουσα το όνομά του, πριν από ένα δίμηνο περίπου, ο φωτορεπόρτερ – σύμβολο αυτής της πόλης, ήταν στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό. Δε μου έκανε εντύπωση που τον είδα χθες εκεί, πάλι στις επάλξεις, με τις δύο μηχανές του ανά χείρας. Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο, πεισματάρη, να είναι παρών στο ρεπορτάζ, να σέρνει μαζί του μια αλουμινένια σκάλα και να σκαρφαλώνει επάνω για να τραβήξει τις καλύτερες φωτογραφίες –κι αυτό στα 80 του, ή περισσότερα χρόνια, τίποτα δε σου κάνει εντύπωση. Την αλουμινένια σκάλα χθες δεν την είχε μαζί του.

Κατά τη διάρκεια των εγκαινίων και ενώ είχε αρχίσει η τελετή, έφτασε ένας –αργοπορημένος – παλιός βουλευτής της πόλης. Ο κυρ – Γιάννης τον πλησίασε, τον αγκάλιασε και προσπάθησε να τον τραβήξει φωτογραφία. Και τότε δάκρυσε. Πήρε το πρόσωπο του παππού μια πολύ λυπημένη έκφραση και από τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. Ξαναπροσπάθησε να τραβήξει τη φωτογραφία και τότε άρχισε να κλαίει. Κανείς από τους γνωστούς – αγνώστους επισήμους και λοιπούς και κατάλαβε το παραμικρό. Ο κυρ – Γιάννης πλησίασε τον παλιό βοηθό του, τον Αλέξανδρο, και του ζήτησε, κλαίγοντας, να τραβήξει το βουλευτή φωτογραφία. Ο Αλέξανδρος τον αγκάλιασε και τον παρηγορούσε, μα ο κυρ – Γιάννης συνέχισε να προσπαθεί να τραβήξει φωτογραφίες κλαίγοντας. Μόλις πλησίαζε η φωτογραφική μηχανή το πρόσωπό του, εκείνος δάκρυζε.

(Δεν ξέρω τι με πιάνει όταν βλέπω ηλικιωμένους να δακρύζουν και να κλαίνε. Στεναχωριέμαι, πονάει η ψυχή μου, που λέει και η μάνα μου. Πιο πολύ λυπάμαι όταν κλαίνε οι ηλικιωμένοι παρά τα παιδιά. Ίσως επειδή τα παιδιά έχουν την ελπίδα του μέλλοντος, ενώ οι ηλικιωμένοι όχι).

Πλησίασα τον Αλέξανδρο και τον ρώτησα γιατί ο κυρ – Γιάννης κλαίει. «Στεναχωριέται που μετά το εγκεφαλικό δε βλέπει καλά και δεν έχει τη δύναμη να τραβάει φωτογραφίες. Σηκώνει, λέει, τη μηχανή και τραβάει μόνη της. Αύριο ξαναμπαίνει στο νοσοκομείο». Ανατρίχιασα.